Άρης Γαβριηλίδης

συγγραφέας-εικαστικός

Υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι

Στα παιδικά μου χρόνια, η χιονόπτωση μέσα στην πόλη, μολονότι αναιμική και σύντομη, ήταν ένα μαγικό γεγονός. Έβλεπα πίσω από τα τζάμια τις νιφάδες να στροβιλίζονται και να πέφτουν  στα πεζούλια, στις γλάστρες και στο χώμα κι ονειρευόμουν ζώντας ένα παραμύθι. Ο γερο-χειμώνας, λέει, ήτανε ένας ζωγράφος που με ένα μεγάλο πινέλο έβαφε τη φύση άσπρη. Έβαφε, έβαφε ώσπου όλα να γίνουν όλα άσπρα. Το χιόνι είχε τότε όλo το μυστήριο και την γοητεία του σπάνιου, του πρόσκαιρου, του εφήμερου.

Όταν ήλθα στον Διόνυσο, πριν από δεκαοκτώ χρόνια, το σκηνικό  άλλαξε. Η παχιά και συχνή χιονόπτωση ήτανε πια, κάθε χειμώνα, ένα συνηθισμένο και αναμενόμενο γεγονός. Νέες έγνοιες μπήκανε τότε στη ζωή μου. Τετρακίνηση, χιονοαλυσίδες, παγετός, αλατιέρα, εκχιονιστικά, μπουλντόζες, ειδικές μπότες, αποκλεισμοί, γλυστρίματα. Το χιόνι που κάποτε απολάμβανα με ολιγόωρες εκδρομές στην Πάρνηθα, εδώ έγινε καθεστώς. Μόνο που τότε, μετά τον χιονοπόλεμο, επέστρεφα το βράδυ στην ασφάλεια της στεγνής πόλης ενώ τώρα υφίσταμαι όλες τις δυσμενείς συνέπειες. Τον πάγο, την λασπουριά, τα κλαδιά και τα δέντρα που σπάζουν, τις διακοπές ρεύματος και νερού, το αυτοκίνητο παρκαρισμένο μακριά από το σπίτι, τη μάχη με τις αλυσίδες, την πτώση των εξωτερικών σοβάδων του σπιτιού.

Θα μου πεις, «μα, καλά, δεν τα ήξερες αυτά πριν έλθεις στον Διόνυσο;» Βεβαίως και τα ήξερα. Είχα ζυγίσει τόσο τα «υπέρ» (περιβάλλον, τοπίο, καθαρός αέρας, ευωδίες πεύκου, καλοκαιρινή δροσιά) όσο και τα «κατά» (απόσταση από το κέντρο, συγκοινωνίες, αυξημένο κόστος ζωής) πριν πάρω τη απόφασή μου. Που τελικά δεν ήταν δύσκολη. Γιατί τα φυσικά δώρα του Διονύσου με αποζημιώνουν, με το παραπάνω, για τα όποια προβλήματα.

Τα χιόνια, όμως, που να τα κατατάξω; Στα πλεονεκτήματα ή στα μειονεκτήματα; Βεβαίως, στα πλεονεκτήματα. Παρά τις δυσκολίες, ο λευκοντυμένος Διόνυσος είναι μαγεία. Η παρθενία του φρέσκου χιονιού, η ησυχία που επικρατεί, ο χορός των νιφάδων, τα ασπροντυμένα πεύκα, οι σταλακτίτες-σπαθιά στις άκρες των κεραμιδιών, ο χιονοπόλεμος των παιδιών στο δρόμο, ο μυρωδάτος καπνός της καμινάδας που θρώσκει, ο χιονάνθρωπος στο ξέφωτο είναι εικόνες μοναδικές που σού φέρνουν μίαν ανείπωτη αγαλίαση. Σε ξανακάνουν παιδί που ζει μέσα σε ένα παραμύθι του Άντερσεν. Σού φέρνουν ένα αίσθημα εσωτερικής κάθαρσης θυμίζοντάς σου τον στίχο από τον υπέροχο Ν’ ψαλμό  “. πλυνείς με και υπέρ χιόνα λεκανθήσομαι”.

Αν τα χιόνια συμπέσουν με τις γιορτές των Χριστουγέννων, η μαγεία κορυφώνεται. Τα χιονισμένα πεύκα του κήπου γίνονται ιδανικά χριστουγεννιάτικα δέντρα. Αναμμένο το τζάκι, στολισμένο το σπίτι, η γαλοπούλα  να σιγοψήνεται, ευωδιαστά μελομακάρονα και κουραμπιέδες κι απέξω να χιονίζει. Το  καλλίτερο σαλέ των Άλπεων δεν συγκρίνεται τότε με το σπίτι μας.
Φίλοι μου, αίσιον και ευτυχές το 2006.

12/2005