Άρης Γαβριηλίδης

συγγραφέας-εικαστικός

Ω καλέ μου γείτονα

Πριν από τρεις δεκαετίες απόκτησα ένα παλιό πέτρινο σπίτι  σε κάποιο ορεινό χωριό. Ξυπνώντας το πρωί, μετά την πρώτη διανυκτέρευσή μου εκεί, ξεμύτισα από την αυλόπορτα για να περιεργασθώ τα πέριξ. Ο πρώτος άνθρωπος που συνάντησα  ήταν ο κυρ-Παναγιώτης, ορεσίβειος γέροντας βοσκός που έμενε με την φαμίλια του, παιδιά κι  εγγόνια, στο απέναντι σπιτικό. Μόλις με αντίκρυσε σήκωσε με ενθουσιασμό την μαγγούρα του και μου φώναξε από μακριά: «Καλέ μου γείτονα, καλώς ώρισες!». Η εγκάρδια αυτή η υποδοχή σε ένα νέο, για μένα, τόπο, από έναν άνθρωπο που πρωτόβλεπα, με ξάφνιασε ευχάριστα και με εντυπωσίασε.

Όταν, ύστερα από πολλά χρόνια, αγόρασα το οικόπεδο στον Διόνυσο που στην συνέχεια έκτισα, ευτύχησα να έχω ζεστή υποδοχή από τους πριν από μένα γείτονες. Αλλά κι εγώ με την σειρά μου έτσι υποδέχθηκα τους κατοπινούς. Αυτό το έκανα και γιατί έτσι έπρεπε αλλά, κυρίως, γιατί έτσι ένιωθα. Με αυτούς τους ανθρώπους που γνώριζα για πρώτη φορά, επέπρωτο να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου. Με τους γείτονες, και ακόμη περισσότερο, με τους όμορους γείτονες με τους οποίους μας χωρίζει «μεσοτοιχία», οι τύχες μας είναι συνυφασμένες.

«Όταν ξυπνάς το πρωί, πρώτα βλέπεις τον γείτονά σου και μετά τον θεό» λέει μια βαλκανική παροιμία. Ο γείτονας είναι εκείνος που θα δυσαρεστήσω με την απρόσεκτη συμπεριφορά μου αλλά και ο γείτονας είναι εκείνος που θα με συντρέξει στην επείγουσα ανάγκη. Αυτό δεν είναι σχήμα λόγου αλλά πραγματικότητα που έχει συμβεί κάποιες φορές. Θυμάμαι την πιο χαρακτηριστική: Πρόπερσι τον Νοέμβρη, στην μέση καταιγίδας, η γυναίκα μου, στη βιάση της να κλείση μια  μπαλκονόπορτα, γλύστρησε στο βρεγμένο παρκέ και έσπασε το πόδι της. Ξαπλωμένη στο πάτωμα, μόνη στο σπίτι, δεν μπορούσε ούτε καν στο τηλέφωνο να συρθεί για να καλέσει βοήθεια. Τις κραυγές της από την ανοιχτή ακόμη μπαλκονόπορτα άκουσε, ευτυχώς, η διπλανή γειτόνισσα που βγήκε τυχαία στο δρόμο και έσπευσε σε βοήθεια.

Ένα συχνό κοινωνικό φαινόμενο είναι οι παρεξηγήσεις ανάμεσα σε γείτονες, αφού ο γείτονας θα είναι ο πρώτος που θα ενοχληθεί από μια απρόσεκτη, έστω και αθέλητα, συμπεριφορά του άλλου. Ανάμεσα σε καλούς γείτονες οι παρεξηγήσεις είτε αποφεύγονται είτε ξεπερνιώνται με την καλή θέληση που πρέπει πάντοτε να πρυτανεύει. Βλέπεις, εμείς οι Διονυσιώτες είμαστε, στην πλειοψηφία, ιδιοκτήτες των σπιτιών μας. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε «καταδικασμένοι» να περάσουμε όλη τη ζωή μας με τους συγκεκριμένους γείτονες.

Πραγματικό πρόβλημα υπάρχει όταν κάποιος γείτονας δείχνει, συστηματικά, αντικοινωνική συμπεριφορά. Η λαϊκή σοφία λέει πως δυο γειτόνισσες καυγάδιζαν. Η μια καταριέται «κακό χρόνο νάχεις» και η άλλη απαντά με την  χειρότερη κατάρα «κι εσύ κακό γείτονα», γιατί, ο κακός χρόνος φεύγει ενώ ο κακός γείτονας μένει.

Ένας κακός γείτονας που συνεχίζει να ενοχλεί τους περίοικους, παρά τις διαμαρτυρίες τους, εκτός από αγενής, μπορεί είναι και αντικείμενο ψυχιατρικής μελέτης.

Άλλη πληγή είναι η κατάφωρη υπέρβαση του συντελεστή δόμησης, που «κλείνει» τον γείτονα. Οπότε, αυτός εξαναγκάζεται να καταφύγει ο ίδιος στην πολεοδομία, αφού η εκάστοτε κοινοτική αρχή, προφανώς για λόγους ψηφοθηρικούς, αρνείται να το πράξει, όπως έχει υποχρέωση. Ανεξάρτητα όμως από τον καταγγέλλοντα, με αυτή την ενέργεια του παρανομούντος, η καλή γειτονική σχέση διαρρηγνύεται οριστικά και για πάντα.

Εγώ, ευτυχώς, έχω μόνο καλούς γείτονες. Και, με την ευκαιρία, τους απευθύνω έναν εγκάρδιο, γειτονικό χαιρετισμό!

1/2005