Άρης Γαβριηλίδης

συγγραφέας-εικαστικός

Ο Σχινιάς της παρθενίας

Υπάρχουν κάποια μέρη που μέσα στην λαίλαπα του τσιμέντου και του πλαστικού έχουν διατηρήσει την παρθενία τους. Ένα από αυτά είναι και ο Σχινιάς με το πευκοδάσος του. Στους θερινούς μήνες είναι για μένα  ψυχικό καταφύγιο, χώρος αναψυχής και γυμναστήριο.

Αργά το απόγευμα, μόλις γυρνώ στο σπίτι απ’ την δουλειά, σπεύδω να αλλάξω. Φορώ το μαγιώ κι ένα πουκάμισο, ρίχνω στην τσάντα και μια πετσέτα και δρόμο με τ’ αυτοκίνητο. Λεωφόρος Διονύσου, Άγιος Πέτρος, Νέα Μάκρη, Μαραθώνας. Σε τριανταπέντε ακριβώς λεπτά της ώρας παρκάρω δίπλα στην θάλασσα. Κάποιοι καθυστερημένοι κολυμβητές ετοιμάζονται να φύγουν.

Όλη η ακτή, έρημη πια, είναι δικιά μου. Αντηλιακό δεν χρειάζομαι, ο ήλιος βρίσκεται μόλις ένα κεφάλι πάνω από την Πεντέλη. Σουρουπώνει.  Ρουφώ με απόλαυση την μυρωδιά των πεύκων και βαδίζω προς την θάλασσα. Στις γυμνές πατούσες νοιώθω την υγρή άμμο. Μπροστά μου απλώνεται ο κόλπος του Μαραθώνα, σαν μια τεράστια αγκαλιά έτοιμη να με δεχθεί. Προχωρώ με αργά βήματα. Η θάλασσα δροσίζει τα πόδια μου παιχνιδιάρικα. Βυθίζομαι όλο και πιο πολύ στα γαλανά νερά της. Κάνω ένα μακροβούτι και μένω για λίγο κάτω από το νερό. Αισθάνομαι σαν έμβρυο που κολυμπά στο αμνιακό υγρό. Αφήνω έξω από το νερό τις έγνοιες μου. Ξανανιώνω σαν να βαπτίζομαι στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Σιγαλιά. Οι τελευταίες ηλιακτίδες με αποχαιρετούν. Η επιφάνεια της θάλασσας αρυτίδιαστη.

Τα πρώτα φώτα αρχίζουν να ανάβουν στις δυο τρεις παραλιακές ψαροταβέρνες. Ύστερα από ένα μισάωρο κολύμπι βγαίνω.Τα ρουθούνια μου τρυπά η μυρωδιά της μαρίδας που τηγανίζεται και του ούζου που πίνει μια παρέα. Ώσπου να σκουπισθώ με την πετσέτα και να μπώ στο αυτοκίνητο, έχει πια νυχτώσει.

Στον Σχινιά είχα πρωτοέλθει με την παρέα μου φοιτητής, με το αυτοκίνητο κάποιου φίλου. Είχαμε κολλήσει, θυμάμαι, τότε στην άμμο και μας έβγαλε ένα τρακτέρ. Από τότε, μολονότι έχουν περάσει τόσες δεκαετίες, σχεδόν τίποτε δεν έχει αλλάξει.

Την περασμένη Κυριακή είχαμε έλθει εδώ για μπάνιο με κάποιους συγγενείς από την Κατερίνη. Εντυπωσιάσθηκαν από την ομορφιά αλλά και την παρθενικότητα του τοπίου. «Σαν να βλέπεις παλιά μαυρόασπρη Ελληνική ταινία» σχολίασε εύστοχα ο ξάδελφος.

Με τις ολυμπιακές εγκαταστάσεις στον Σχινιά είχα φοβηθεί ότι κάτι θα χάλαγαν. Ευτυχώς όμως, το πευκοδάσος και η ακροθαλασσιά έμειναν άθικτα.

Εμείς οι Διονυσιώτες πρέπει να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας τυχερούς που έχουμε τον πανέμορφο Σχινιά τόσο κοντά μας. Αυτό είναι ένα προνόμιο που λίγοι Έλληνες το έχουν. Ας το απολαύσουμε.

7/2005