Άρης Γαβριηλίδης

συγγραφέας-εικαστικός

Ο ανθόκηπος της Νιότης μου

Άνοιξη! Σεργιανώ στους δρόμους του Διονύσου. Θαυμάζω τα ωραία σπίτια, το καθένα με την δική του προσωπικότητα. Ένα έργο τέχνης από αρχιτέκτονα. Θαυμάζω τους κήπους που περιβάλλουν τα περισσότερα απ’ αυτά, κοσμημένους με καταπράσινα δένδρα και πολύχρωμα λουλούδια. Ένα έργο τέχνης από κηποτεχνικό.

Άθελά μου, τους συγκρίνω με τους ταπεινούς κήπους που είχαν τα σπίτια στις γειτονιές, κάποιες δεκαετίες πίσω. Στην μικρή αυλή φούντωναν επίγειοι παράδεισοι φροντισμένοι από τα χέρια της νοικοκυράς.

Βασιλιάς των λουλουδιών, τότε, τα τριαντάφυλλα. Υπηκόοι, όλα τ’ άλλα. Τα γαρύφαλλα, που ευωδίαζαν (καμιά σχέση με τα άοσμα σημερινά που τσαλαπατούν, τι προσβολή, στις χορευτικές πίστες). Τα σκυλάκια, που όταν τα ζούλαγες από το πλάι ανοιγόκλειναν σαν στόμα σκύλου. Τα γεράνια με τα ολοπόρφυρα πέταλα που τα κολλούσαν με σάλιο τα κοριτσάκια στα δάχτυλα και καμάρωναν τα ψεύτικα νύχια τους. Οι κατηφέδες με τα μελένια χρώματα. Τα μοσχομπίζελα και οι ντάλιες που γέμιζαν πληθωρικά τ’ ανθοδοχεία. Τα ζουμπούλια, οι πανσέδες κι οι μαργαρίτες του «μ’ αγαπάς δεν μ’ αγαπάς». Οι βιολέττες που με τα άνθη τους τα κορίτσια στόλιζαν τον επιτάφιο, (πέρυσι είδα επιτάφιο διακοσμημένο, άκουσον, άκουσον, με ορχιδέες!). Σε μεγάλες γλάστρες, οι πάπιες με τα τεράστια, σαρκώδη, πράσινα φύλλα σε σχήμα καρδιάς και οι κρίνοι με τον μεγάλο, κίτρινο ύπερο.

Τους φράχτες κάλυπταν το αγιόκλιμα και το γιασεμί που τα καλοκαιριάτικα βράδια σε λίγωναν με την ευωδιά τους. Κι από κοντά, τα μυριστικά. Ο δυόσμος, η ματζουράνα, ο φουντωτός βασιλικός και η αρμπαρόρριζα που έβαζε η νοικοκυρά στα γλυκά του κουταλιού. Κάπου χωμένα η πιπεριά («ανέβηκα στην πιπεριά να κόψω ένα πιπέρι.») που μαζί με την γλιστρίδα νοστίμιζαν τις καλοκαιριάτικες ντοματοσαλάτες.

Άγρυπνοι φρουροί των λουλουδιών παράστεκαν τα δέντρα τις αυλής. Κάποια λεμονιά, μουριά, συκιά ή τζιτζιφιά που τις ρήμαζαν τα πιτσιρίκια της γειτονιάς. (Ανακάλυψα τζιτζιφιές στην παραλία του Τύμβου, στον Μαραθώνα, μετά τις ψαροταβέρνες). Κάποια ροδιά, κανονική με πραγματικά ρόδια και όχι η σύγχρονή έκδοσή της που είναι νανοποιημένη και διακοσμητική. Κι ακόμη, κάποια γαζία που πλάνταζε τον νυχτερινό διαβάτη με το άρωμά της. Και υπεράνω όλων, (κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά), η κληματαριά. Ξαπλωμένη νωχελικά στην κρεβατίνα της προστάτευε τα ευαίσθητα λουλούδια και τους ανθρώπους, με την σκιά της, από τις καυτερές ακτίνες του ήλιου.

Τόσο πολύ αγαπούσε ο κόσμος τα φυτά αυτά που δεν δίσταζε να τα δώσει ως όνομα στα παιδιά του. Από την Τριανταφυλλιά και τον Τριαντάφυλλο, την Γαρυφαλλιά και τον Γαρύφαλλο, μέχρι την Βιολέττα, την Μαργαρίτα, την Γιασεμή και την Ανθή. Κι από τα δέντρα, την πασίγνωστη Λεμονιά μέχρι τις λιγότερο γνωστές αλλά υπαρκτές Κερασιά και Μηλιά. Όλα τα ονόματα των λουλουδιών ήσαν τόσο εύηχα που ευχαριστιόσουν να τα προφέρεις

Αυτά όμως ανήκουν πια στο παρελθόν. Στους σημερινούς κήπους βλέπεις ξενόφερτα φυτά με παράξενα ονόματα που για να τα πεις στραμπουλάς την γλώσσα σου. Γκόλντεν κρεστ, λέϊλαντ, μπέντζαμιν, λιγούστρα, λιμπούρνα, τούγιες και δεν ξέρω τι άλλο. Και άλλα εξωτικά, με ελληνοποιημένες ονομασίες όπως Αλεξανδρινά, ερωτάκια, χιονόμπαλλα, φωτιές. Το παλιό τενεκεδένιο ποτιστήρι αντικαταστάθηκε από το αυτόματο πότισμα. Το θαυματουργό χέρι της νοικοκυράς από τα επαγελματικά χέρια του κηπουρού. Κι όμως, υπάρχουν πανέμορφα ντόπια φυτά που αντέχουν στα χιόνια του Διονύσου. Αν ρωτήσουμε, εύκολα τα ανακαλύπτουμε.

Τώρα θα μου πεις: «Τι σ’έπιασε και γκρινιάζεις; Μήπως τα ξενόφερτα, όπως τα λες, φυτά δεν είναι το ίδιο ωραία με τα παραδοσιακά;». «Βεβαίως και είναι», θα παραδεχθώ. «Τότε γιατί έχεις κολλήσει στο παρελθόν»; «Δεν ξέρω, ίσως γιατί τα παλιά είναι δεμένα με τα παιδικά και τα νεανικά μου χρόνια. Οπότε, αυτό που πραγματικά νοσταλγώ, δεν είναι οι παλιοί κήποι αλλ’ η φευγάτη, για πάντα, νιότη μου.». Αυτή η νοσταλγία όμως δεν με εμποδίζει να απολαμβάνω τις χαρές που μου δίνει η σημερινή μου ηλικία.

Καλό Πάσχα!
                          
4/2005