Άρης Γαβριηλίδης

συγγραφέας-εικαστικός

Ο αέρας του Διονύσου

Η μεγαλύτερη απόλαυση στη ζωή δεν είναι αυτή που πάει ο νους σας. Είναι η αναπνοή! Κρατείστε για λίγο την ανάσα ή θυμηθείτε ένα παρατεταμένο μακροβούτι στη θάλασσα που σας έκανε να λαχταρήσετε μέχρι να βγείτε στην επιφάνεια και θα συμφωνήσετε αμέσως μαζί μου. Το θέμα όμως δεν είναι μόνο ότι αναπνέουμε αλλά και τι αέρα εισπνέουμε.

Ένας από τους λόγους που ήλθα στο Διόνυσο, και, φαντάζομαι, το ίδιο ισχύει για όλους μας, είναι ο αέρας του. Πεντακάθαρος, απαλλαγμένος από τα «αιωρούμενα μικροσωματίδια» και το καφετί «νέφος» που πλημμυρίζει όλο σχεδόν το λεκανοπέδιο, ακόμη και περιοχές σε πευκόφυτες υπώρειες της Πάρνηθας, και προξενεί πονοκεφάλους, ζαλάδες, τσούξιμο σε μύτη και μάτια και μακρόχρονη βλάβη στην υγεία μας. Ο Διόνυσος έχει το μεγάλο πλεονέκτημα να προφυλάσσεται από τον όγκο της Πεντέλης που εκτείνεται σαν υπερμέγεθες προστατευτικό παραβάν. Συνεχής πηγή οξυγόνου για τον Διόνυσο είναι βέβαια το δάσος του αλλά και το κάθε δέντρο που έχουμε στον κήπο μας.

Όμως ο αέρας του Διονύσου, εκτός από υγεία μάς προσφέρει κι άλλες χαρές: την μυρωδιά και την δροσιά του. Ένας περίπατος μετά την βροχή είναι μαγεία. Αυτή η πιπεράτη ευωδιά από τις υγρές πευκοβελόνες είναι μοναδική. Ξυπνά γλυκές αναμνήσεις από εξοχές και εκδρομές της παιδικής και εφηβικής μας ηλικίας, τότε που δραπετεύαμε από την πόλη και μεθούσαμε από τη μοσχοβολιά του πευκοδάσους. Την οποία οι αρωματοποιοί, εκεί στο τέλος της δεκαετίας του ’60, την έκλεισαν στο μπουκάλι, το «pino silvestro» που έκανε θραύση. Αλλά και την άνοιξη, οι γειτονιές του Διονύσου μυρώνονται από τα αρώματα των λουλουδιών που ανθίζουν στους κήπους.

Δεν θα ξεχάσω τις πρώτες μέρες που κατοίκησα στο Διόνυσο, πριν από δύο δεκαετίες. Επέστρεφα σπίτι από την δουλειά στην Αθήνα, μπαϊλντισμένος από την κάψα του Ιουλίου, ύστερα από ένα ολόκληρο ταξίδι με το λεωφορείο. «Τι ήθελα εγώ και ξενιτεύτηκα στην άκρη της γης;» γκρίνιαζα μονολογώντας καθώς κατέβαινα στη στάση. Μόλις όμως έμπαινα περπατώντας στην Καίρη και με δρόσιζε η μυρωδάτη αύρα μαγευόμουν κι αμέσως άλλαζα τροπάρι: «Τι καλά που έκανα και ήλθα στο Διόνυσο! Εδώ είναι παράδεισος! Χαλάλι οι κόποι κι η ταλαιπωρία».

Κάθε φορά που οσφραίνομαι τον εξαίσιο αέρα του Διονύσου, ο νους μου τρέχει σε στίχους όπως «Φύσ’ αεράκι φύσα με», του Γκάτσου, στο δημοτικό «Φύσα μαίστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου.», στο πάλαι ποτέ νεοκυματίστικο «Φύσα βοριά, φύσα νοτιά», στο λαϊκό χασαποσέρβικο «Φυσάει ο μπάτης, φυσάει τ’ αγέρι», στους τραγουδισμένους από την Βέμπο «κι ο αγέρας που χαδιάρικα φυσά», από τον Πατέτσο «καλέ μου αγέρα φύσα απαλά» και τον Σαββόπουλου «φύσα θάλασσα πλατιά, φύσα αγέρι.».

Ο υπέροχος αυτός τόπος που λέγεται Διόνυσος δεν μας ανήκει. Τον δανειζόμαστε από τα παιδιά, τα εγγόνια, τα δισέγγονά μας. Οφείλουμε να διαφυλάξουμε παντειοτρόπως το φυσικό του περιβάλλον. Κι αυτό είναι  καθήκον του καθενός μας. Πως;  Προστατεύοντας και το πιο μικρό δεντράκι του κήπου μας αντί να το κόβουμε απερίσκεπτα για να τσιμεντάρουμε, με νεοπλουτίστικη απληστία και βαρβαρότητα, τον παραμικρό πόντο. Αν νομίζετε πως υπερβάλλω, μια βόλτα στους δρόμους θα σας πείσει. Θα δείτε αυλές πλήρως πλακοστρωμένες και με κομμένα όλα τα δέντρα, κάτω από τα αδιάφορα μάτια των προηγούμενων κοινοτικών αρχών. Άραγε, η νέα δημοτική αρχή σκοπεύει να αντιμετωπίσει αυτό το φαινόμενο ή οι εξαγγελίες θα μείνουν λόγια του αέρα και μάλιστα κοπανιστού; Περιμένουμε.Πάντως, αν συνεχίσουμε έτσι, θα καταντήσουμε να θυμόμαστε με πίκρα, όταν φυσά, τους στίχους του Σεφέρη, τραγουδημένους από τον Μητσιά «Κι αν ο αγέρας φυσά, δεν μας δροσίζει.»

3/2007